Translation of "stun" into Greek
καταπλήσσω, σοκ, ζαλίζω are the top translations of "stun" into Greek.
stun
verb
noun
grammar
(transitive) To incapacitate; especially by inducing disorientation or unconsciousness. [..]
-
καταπλήσσω
verbHer tragic death has stunned all of us, and the derby world.
Ο τραγικός θάνατός της μας κατέπληξε όλους εμάς και τον κόσμο των αγώνων.
-
σοκ
noun neuterOr a transient myocardial stunning or electrolyte imbalance.
Ή παροδικό καρδιακό σοκ ή ανισορροπία ηλεκτρολυτών.
-
ζαλίζω
verb
-
Less frequent translations
- αιφνιδιάζω
- αναισθητοποιώ
- αφήνω άναυδο
- χαζεύω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "stun" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "stun" with translations into Greek
-
γοητευτικός · εκπληκτικός · εντυπωσιακός · εξωφρενικός · θαυμάσιος · καταπληκτικός · ξαφνικός · συνταρακτικός · συντριπτικός · τρομακτικός
-
εντυπωσιακος
-
βαρύ, -ύτατο πλήγμα · ηχηρό ράπισμα · ισχυρό πλήγμα · καίριο πλήγμα
-
εμβρόντητος · ενεός · κατάπληκτος
-
μου ήρθε κεραμίδα
-
εμβρόντητος · ενεός · κατάπληκτος
-
γοητευτικός · εκπληκτικός · εντυπωσιακός · εξωφρενικός · θαυμάσιος · καταπληκτικός · ξαφνικός · συνταρακτικός · συντριπτικός · τρομακτικός
-
εμβρόντητος · ενεός · κατάπληκτος
Add example
Add