Translation of "surprising" into Greek
εκπληκτικός, απρόσμενος are the top translations of "surprising" into Greek.
surprising
adjective
noun
verb
grammar
Present participle of surprise. [..]
-
εκπληκτικός
adjective masculinethat is or are a surprise
Not a great surgeon, which is why I was surprised Lexie was even into you.
Όχι εκπληκτικός, γι'αυτό και μου κάνει εντύπωση που σε γουστάρει η Λέξι.
-
απρόσμενος
Adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "surprising" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "surprising" with translations into Greek
-
αιφνιδιάζω · καταλαμβάνω εξ απροόπτου · καταλαμβάνω εξαπίνης · ξαφνιάζω
-
βρίσκω κπ απροετοίμαστο · καταλαμβάνω κπ εξ απροόπτου · καταλαμβάνω κπ εξαπίνης
-
κατάπληξη
-
έκπληκτος · κεραυνόπληκτος · ξαφνιασμένος
-
εξαίρεση έκπληξη
-
έκπληκτος με τα τόσα
-
Έκπληξη · έκπληξη · αιφνίδιος · αιφνιδιάζω · αιφνιδιασμός · αιφνιδιαστικός · εκπλήσσω · επιτίθεμαι · εφορμώ · κάνω έκπληξη · κάνω εντύπωση · καταπλήσσω · ξάφνιασμα · ξαφνιάζω · ξαφνικός
-
αιφνιδιάζομαι
Add example
Add