Translation of "swearing" into Greek
όρκος, βλασφημία, ορκωμοσία are the top translations of "swearing" into Greek.
swearing
noun
verb
grammar
Present participle of swear. [..]
-
όρκος
noun masculineNow remember, we are live, so no swearing or they will cut you off.
Τωρα να θυμάστε, είμαστε ζωντανά, έτσι κανένας όρκος γιατί θα σας κόψουν.
-
βλασφημία
noun feminineWhy is there all this swearing?
Γιατί όλη αυτή η βλασφημία;
-
ορκωμοσία
noun feminineMr. Truman ls expected to issue a full statement following his swearing ln.
Ο κ. Τρούμαν αναμένεται να παραχωρήσει μια πλήρη δήλωση, μετά την ορκωμοσία του.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "swearing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "swearing" with translations into Greek
-
βλαστήμια · βρισιά · βωμολοχία
-
βλαστήμια · βλαστημώ · βλασφημώ · βρίζω · βρισιά · δεσμεύομαι με όρκο · διαβεβαιώνω · εμπιστεύομαι · επιβεβαιώνω · επιμένω · καταθέτω · καταριέμαι · μαρτυράω · ομολογώ · ορκίζομαι · ορκίζω · ορκοδοτώ · παίρνω όρκο · παραδέχομαι · πιστεύω
-
βρίζω · ορκίζομαι
-
τελετή ορκωμοσίας
-
βάζω το χέρι μου στη φωτιά · ορκίζομαι στο ιερό ευαγγέλιο
-
θα έπαιρνα όρκο
-
έχω απόλυτη εμπιστοσύνη σε κπ, κτ · ορκίζομαι σε κπ, κτ
-
δένω κπ με όρκο · δεσμεύω με όρκο σιωπής · ορκίζω κπ να μη μαρτυρήσει τίποτα
Add example
Add