Translation of "tamed" into Greek

εξημερωμένος is the translation of "tamed" into Greek.

tamed adjective verb grammar

domesticated [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • εξημερωμένος

    particle

    She knows a tame wolf is more use to her than a dead one.

    Ξέρει ότι ένας εξημερωμένος λύκος είναι πιο χρήσιμος από έναν ψόφιο.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "tamed" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "tamed" with translations into Greek

  • Ελεγχόμενη FM
  • ήμερος · ανιαρός · αντιμετωπίζω · απαλλάσσομαι από · δαμάζω · ελέγχω · εξημερωμένος · εξημερώνομαι · εξημερώνω · θεραπεύω · κάμπτω · λυγίζω · μετριάζω · νικώ · οικόσιτος · ρίχνω · τιθασεύω · φοβιτσιάρης
  • εξημέρωση
  • δάμασμα
  • δαμάζω · εξημερώνω · τιθασεύω
  • Ελεγχόμενη FM
  • ήμερος · ανιαρός · αντιμετωπίζω · απαλλάσσομαι από · δαμάζω · ελέγχω · εξημερωμένος · εξημερώνομαι · εξημερώνω · θεραπεύω · κάμπτω · λυγίζω · μετριάζω · νικώ · οικόσιτος · ρίχνω · τιθασεύω · φοβιτσιάρης
  • ήμερος · ανιαρός · αντιμετωπίζω · απαλλάσσομαι από · δαμάζω · ελέγχω · εξημερωμένος · εξημερώνομαι · εξημερώνω · θεραπεύω · κάμπτω · λυγίζω · μετριάζω · νικώ · οικόσιτος · ρίχνω · τιθασεύω · φοβιτσιάρης
Add

Translations of "tamed" into Greek in sentences, translation memory