Translation of "taming" into Greek
δάμασμα is the translation of "taming" into Greek.
taming
noun
verb
grammar
Present participle of tame. [..]
-
δάμασμα
The untold pleasures that await the one who can tame a creature like this stagger the imagination.
Οι ανείπωτες απολαύσεις απο το δάμασμα τέτοιου πλάσματος... σοκάρουν τη φαντασία.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "taming" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "taming" with translations into Greek
-
εξημερωμένος
-
Ελεγχόμενη FM
-
ήμερος · ανιαρός · αντιμετωπίζω · απαλλάσσομαι από · δαμάζω · ελέγχω · εξημερωμένος · εξημερώνομαι · εξημερώνω · θεραπεύω · κάμπτω · λυγίζω · μετριάζω · νικώ · οικόσιτος · ρίχνω · τιθασεύω · φοβιτσιάρης
-
εξημέρωση
-
δαμάζω · εξημερώνω · τιθασεύω
-
Ελεγχόμενη FM
-
ήμερος · ανιαρός · αντιμετωπίζω · απαλλάσσομαι από · δαμάζω · ελέγχω · εξημερωμένος · εξημερώνομαι · εξημερώνω · θεραπεύω · κάμπτω · λυγίζω · μετριάζω · νικώ · οικόσιτος · ρίχνω · τιθασεύω · φοβιτσιάρης
-
ήμερος · ανιαρός · αντιμετωπίζω · απαλλάσσομαι από · δαμάζω · ελέγχω · εξημερωμένος · εξημερώνομαι · εξημερώνω · θεραπεύω · κάμπτω · λυγίζω · μετριάζω · νικώ · οικόσιτος · ρίχνω · τιθασεύω · φοβιτσιάρης
Add example
Add