Translation of "tolling" into Greek

πένθιμη κωδωνοκρουσία is the translation of "tolling" into Greek.

tolling noun verb grammar

Present participle of toll. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • πένθιμη κωδωνοκρουσία

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "tolling" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "tolling" with translations into Greek

  • Διόδια
  • χτυπάω καμπανάκι για
  • αριθμός ατελούς κλήσης
  • διόδια
  • αμοιβή · απολογισμός · διαπύλιο τέλος · διόδια · διόδιο · δρόμος με διόδια · επιπτώσεις · κουδούνισμα · κωδωνισμός · κόστος · με χρέωση · πένθιμη κωδωνοκρουσία · πληρωμή · σημαίνω πένθιμα · τίμημα · υπεραστικό τέλος · φορολογώ · φόρος · φόρος αίματος
  • Διόδια ανοικτού δρόμου
  • Ελάχιστα χαρακτηριστικά διαλειτουργικότητας διοδίων στους ευρωπαϊκούς δρόμους
  • τέλος διοδίων
Add

Translations of "tolling" into Greek in sentences, translation memory