Translation of "troupe" into Greek

θίασος, μπουλούκι, ομάδα are the top translations of "troupe" into Greek.

troupe verb noun grammar

A company of, often touring, actors, singers or dancers. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • θίασος

    noun masculine

    They've had those Spanish dance troupes onboard before.

    Αυτός ο θίασος ισπανικού χορού ήταν στο πλοίο και πριν.

  • μπουλούκι

    noun - Θεατρ. (παλαιότ.)

    2α1. (κατά τον 19ο αι. και το πρώτο μισό του 20ού αι.) Θεατρικός θίασος που ταξίδευε πάντα με εισιτήριο τρίτης θέσης στο τρένο, έπαιζε σε καφενεία ή σε αυλές σχολείων, ήταν συνεχώς εν κινήσει και τα μέλη του έμεναν όπου έβρισκαν, συνήθως υπό άθλιες συνθήκες· το ρεπερτόριό του ήταν συνήθως συγκεκριμένο και οι παραστάσεις που ανέβαζε ήταν του λαϊκού θεάτρου [ΜΗΛΝΕΓ]

  • ομάδα

    noun
  • Less frequent translations

    • παρέα
    • συντροφιά
    • παίζω σε θεατρικά μπουλούκια
    • περιοδεύων θίασος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "troupe" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "troupe"

Add

Translations of "troupe" into Greek in sentences, translation memory