Translation of "weakening" into Greek
εξασθένιση, αποδυνάμωση, εξασθένηση are the top translations of "weakening" into Greek.
weakening
adjective
verb
noun
grammar
An instance or process of loss of strength [..]
-
εξασθένιση
nounSecond, a weakening world economy has weighed on the export of goods and services.
Δεύτερον, η εξασθένιση της παγκόσμιας οικονομίας είχε επιπτώσεις στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών.
-
αποδυνάμωση
nounBudvar has failed to prove any misappropriation or weakening of the appellations of origin.
Η Budvar δεν κατόρθωσε να αποδείξει κάποια καταστρατήγηση ή αποδυνάμωση των ονομασιών προελεύσεως.
-
εξασθένηση
nounAllowance shall be made for any weakening due to the welds.
Θα αφήνεται περιθώριο για τυχόν εξασθένηση λόγω των συγκολλήσεων.
-
Less frequent translations
- αδυνάτισμα
- ύφεση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "weakening" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "weakening" with translations into Greek
-
αδυνατίζω · αποδυναμώνομαι · αποδυναμώνω · αραιώνω · εξασθενίζω · εξασθενώ · μετριάζω · υπονομεύω
-
αποδυναμώνω
-
παγκόσμια ύφεση
-
αραιωμένος · εξασθενισμένος
-
αδυνατίζω · αποδυναμώνομαι · αποδυναμώνω · αραιώνω · εξασθενίζω · εξασθενώ · μετριάζω · υπονομεύω
-
αραιωμένος · εξασθενισμένος
-
αδυνατίζω · αποδυναμώνομαι · αποδυναμώνω · αραιώνω · εξασθενίζω · εξασθενώ · μετριάζω · υπονομεύω
Add example
Add