Translation of "worrying" into Greek

ανησυχητικός is the translation of "worrying" into Greek.

worrying adjective noun verb grammar

Inducing worry. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ανησυχητικός

    Adjective

    This factor is particularly worrying as the EU is at present preparing to launch the Eastern Partnership.

    Αυτός ο παράγοντας είναι ιδιαίτερα ανησυχητικός καθώς η ΕΕ ετοιμάζεται σήμερα να εγκαινιάσει την ανατολική εταιρική σχέση.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "worrying" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "worrying" with translations into Greek

  • τίποτα ανησυχητικό
  • αγωνιώδης · ανήσυχος · προβληματισμένος · στενοχωρημένος
  • αναμελιά
  • κανένα πρόβλημα · παρακαλώ
  • ανησυχώ · προβληματίζομαι
  • νά'σαι καλά · νά’σαι καλά · να μη σε απασχολεί · παρακαλώ · τίποτα
  • Τρελάθηκε απ'την αγωνία.
  • έγνοια · έννοια · αγχώνω · αγχώνω, αγχώνομαι · αγωνία · αναστατώνω · ανησυχία · ανησυχώ · απασχολώ · βασανίζω · μεράκι · μπελάς · νοιάζομαι · πονοκέφαλος · προβληματίζω, -ομαι · σκοτίζω · σκοτούρα · στενοχωριέμαι · στενοχωρώ · στενοχώρια · φοβάμαι · φροντίζω
Add

Translations of "worrying" into Greek in sentences, translation memory