Translation of "arrojado" into Greek

αποφασιστικός, παράτολμος, τολμηρός are the top translations of "arrojado" into Greek.

arrojado adjective verb masculine grammar
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • αποφασιστικός

    επίθετο αρσενικό (-ός, -ή, -ό)

    που αποφασίζει γρήγορα, χωρίς να διστάζει από τους κινδύνους ή τις δυσκολίες που αναφύονται

    Y no obstante su discurso conciliador y moderado, está dando muestras de ser un líder arrojado.

    Και παρά τον συμβιβαστικό και μετριοπαθή λόγο του, δείχνει σημάδια αποφασιστικού ηγέτη.

  • παράτολμος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    που είναι έτοιμος να διακινδυνεύσει, αυτός που δείχνει υπερβολική τόλμη

    Estos eran mandados por subalternos jóvenes, que tenían que obrar por si en muchos casos, conduciéndose como es propio de los pocos años, y aun cometiendo desórdenes que encubrían sus acciones arrojadas.

    Αυτά διοικούνταν από νεαρούς υφισταμένους, οι οποίοι έπρεπε να δράσουν μόνοι τους σε πολλές περιπτώσεις, συμπεριφερόμενοι όπως είναι τυπικό σε ηλικία λίγων ετών, και ακόμη και διαπράττοντας διαταραχές που κάλυπταν τις παράτολμες ενέργειές τους.

  • τολμηρός

    επίθετο αρσενικό (-ός, -ή, -ό)

    1. που δε διστάζει να κάνει επικίνδυνες ενέργειες, για να υπερνικήσει εμπόδια 2. που έχει θράσος ή/και αναίδεια

    Era valiente y arrojado hasta la temeridad y nunca se dejaba pisotear.

    Ήταν γενναίος και τολμηρός σε σημείο απερισκεψίας και δεν επέτρεψε ποτέ να τον ποδοπατήσουν.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "arrojado" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "arrojado" with translations into Greek

  • έχω · αποβάλλω · αποφέρω · βγάζω · δίνω · δείχνω · εκσφενδονίζω · εκτινάσσομαι · εξεμώ · κάνω εμετό · κατακρημνίζω · ξερνώ · παρέχω · πετώ · ρίχνω · σπαταλώ · χαραμίζω
  • θάρρος · τόλμη
Add

Translations of "arrojado" into Greek in sentences, translation memory