Translation of "desdoblamiento" into Greek
διάσπαση, ξεδίπλωμα are the top translations of "desdoblamiento" into Greek.
-
διάσπαση
1. ο απότομος ή βίαιος διαχωρισμός ενός όλου στα μέρη που το αποτελούν ή σε μικρότερα τμήματα. 2. (μτφ.) η ρήξη που προκύπτει σε κάτι συμπαγές, ενιαίο 3. ο χωρισμός (ενός όλου) σε μερικά κομμάτια
El desdoblamiento de personalidad es un trastorno que consiste en la coexistencia en un mismo individuo de dos tipos de conductas
Η διάσπαση της προσωπικότητας είναι μια διαταραχή που συνίσταται στη συνύπαρξη στο ίδιο άτομο δύο τύπων συμπεριφορών
-
ξεδίπλωμα
η ενέργεια του να ανοίγω τελείως κτ. που ήταν διπλωμένο
Seis marineros están a cargo del desdoblamiento e izada de la inmensa vela mayor
Έξι ναυτικοί είναι υπεύθυνοι για το ξεδίπλωμα και την ανύψωση της τεράστιας μαΐστρας
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "desdoblamiento" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate