Translation of "enviciar" into Greek
διαφθείρω, εθίζω, παθιάζω are the top translations of "enviciar" into Greek.
-
διαφθείρω
ρήμα1. βλάπτω κπ. ηθικά, τον οδηγώ σε έναν ανήθικο τρόπο ζωής 2. καταστρέφω ένα πνευματικό αγαθό
El microtráfico no es una realidad alejada de la sociedad boliviana, existe y está entrando a nuestras escuelas. Está tratando de enviciar a nuestros jóvenes, niños y niñas.
Η μικροεμπορία ναρκωτικών δεν είναι μια πραγματικότητα μακριά από την κοινωνία της Βολιβίας, υπάρχει και εισέρχεται στα σχολεία μας. Προσπαθεί να διαφθείρει τη νεολαία μας, αγόρια και κορίτσια.
-
εθίζω
ρήμα(λόγ.) συνηθίζω κπ. (ή κτ.) σε κτ., τον ασκώ, ώστε να δέχεται κτ. ή και να το επιζητεί
Harvey se culpaba por haber enviciado a su hermano con el juego.
Ο Χάρβεϊ κατηγόρησε τον εαυτό του ότι έθισε τον αδερφό του στον τζόγο.
-
παθιάζω
ρήμαπροκαλώ σε κάποιον δυνατά συναισθήματα ή έντονη επιθυμία για κάτι
¿Por qué las series de Netflix envician tanto?
Γιατί οι σειρές του Netflix παθιάζουν τόσο πολύ;
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "enviciar" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate