Translation of "picapleitos" into Greek

δικηγοράκος, δικηγορίσκος, δικηγόρος are the top translations of "picapleitos" into Greek.

picapleitos noun masculine grammar
+ Add

Spanish-Greek dictionary

  • δικηγοράκος

    ουσιαστικό αρσενικό

    δικηγόρος άσημος ή νεαρός στην ηλικία

    No voy a permitir que ese picapleitos comunista me humille.

    Δεν θα επιτρέψω να με ταπεινώσει εκείνος ο κομμουνιστής δικηγοράκος

  • δικηγορίσκος

    (υποκ -μειωτ.) ο δικηγόρος που δεν έχει να επιδείξει (ακόμα) σημαντική σταδιοδρομία και επιτυχίες, συνήθ. νέος δικηγόρος

    Yo que tú contrataría un mejor abogado porque Sonia contrató un picapleitos.

    Αν ήμουν εσύ θα προσλάμβανα έναν καλύτερο δικηγόρο επειδή η Σόνια προσέλαβε ένα δικηγορίσκο.

  • δικηγόρος

    noun masculine

    (μη μειωτικό) νομικός που αναλαμβάνει την παροχή νομικών συμβουλών, την υποστήριξη πολιτών στο δικαστήριο ή την εκπροσώπησή τους σε νομικές υποθέσεις

    Por lo visto algún picapleitos sabe cómo esquivarla.

    Όπως φαίνεται κάποιος σιχαμένος δικηγόρος κατάφερε να τον παρακάμψει.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "picapleitos" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "picapleitos" into Greek in sentences, translation memory