Translation of "ohjain" into Greek

ελεγκτής, οδηγός, έλεγχος are the top translations of "ohjain" into Greek.

ohjain noun grammar
+ Add

Finnish-Greek dictionary

  • ελεγκτής

    noun masculine

    Tähän kuuluvat myös yksiköt, jotka nimenomaisesti tallentavat ja hakevat tietoja, esimerkiksi elektronisen kirjaston massamuisti ja sen ohjain.

    Περιλαμβάνει μονάδες προοριζόμενες για τη λειτουργία αποθήκευσης και ανάκτησης πληροφοριών όπως η μαζική αποθήκευση και ο ελεγκτής ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης.

  • οδηγός

    noun masculine

    Toissijaisuusperiaate ohjaa tapaa, jolla yhteisö käyttää toimivaltaansa yhteisön tasolla.

    Η αρχή της επικουρικότητας λειτουργεί ως οδηγός για το πώς πρέπει να ασκούνται οι εξουσίες της Κοινότητας.

  • έλεγχος

    noun masculine

    Kaikki osat on tarkastettava vahinkojen varalta ennen näiden ohjeiden noudattamista.

    Πριν από αυτές τις οδηγίες πρέπει να διεξάγεται έλεγχος όλων των τμημάτων για φθορά.

  • Less frequent translations

    • ελεγκτής υποδοχής
    • μηχανισμός ελέγχου
    • πρόγραμμα οδήγησης
    • στοιχείο ελέγχου
    • χειριστήριο
    • χειριστής μηχανήματος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "ohjain" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "ohjain" with translations into Greek

  • πολυεπίπεδο πρόγραμμα οδήγησης
  • πρόγραμμα οδήγησης προσαρμογέα δικτύου
  • πρόγραμμα οδήγησης που περιλαμβάνεται στη συσκευασία
  • οδηγ ός γραφικών
  • βοήθεια · γνώμονας · διεύθυνση · εντολή · καθοδήγηση · κανονισμός · κανόνας · κατατοπισμός · ντιρεκτίβα · οδηγία · οδηγίες · παραγγελία · συμβουλή
  • γενική διοικητική εντολή
  • πρόγραμμα οδήγησης αρχείου προέλευσης δεδομένων
  • κατευθύνω
Add

Translations of "ohjain" into Greek in sentences, translation memory