Translation of "seura-" into Greek

κοινωνικός is the translation of "seura-" into Greek.

seura-
+ Add

Finnish-Greek dictionary

  • κοινωνικός

    adjective masculine

    Laivanrakennusalaa käsittelevä alakomitea, joka on osa Galician työmarkkinaosapuolten vuoropuhelua, seuraa toimenpiteiden täytäntöönpanoa ja tuloksia.

    Η υποεπιτροπή του ναυπηγικού κλάδου στον κοινωνικό διάλογο της Γαλικίας θα παρακολουθεί την εφαρμογή των μέτων και των αποτελεσμάτων της.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "seura-" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "seura-" with translations into Greek

  • αδελφότητα · εταιρεία · θίασος · κοινότητα · οργάνωση · παρέα · συναναστροφή · συντροφιά · συντροφικότητα · σύλλογος · σύναξη
  • έλεγχος · έπομαι · έχω το νου μου · ακολουθώ · ακομπανιάρω · διαδέχομαι · επακολουθώ · επιτηρώ · ιχνογραφώ · καταδιώκω · κομμάτι ήχου · κυνηγώ · παίρνω από πίσω · παρακολουθώ · παρακολούθηση · παρατηρώ · προκύπτει · προκύπτω · σκιτσάρω · συμμορφώνομαι · συνεπάγεται · συνοδεύω · συνταξιδεύω · συντροφεύω · σχεδιάζω · τεκμαίρεται · τηρώ · υιοθετώ
  • συναναστρέφομαι
  • προέρχομαι
  • ακολουθώ · συνοδεύω · συντροφεύω
  • κυνηγάω · κυνηγώ
  • καταδιώκω · κυνηγώ
  • ακολουθώ · συνοδεύω · συντροφεύω
Add

Translations of "seura-" into Greek in sentences, translation memory