Translation of "baik" into Greek

καλός, αγαθός, ικανοποιητικός are the top translations of "baik" into Greek.

baik adjective interjection
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • καλός

    noun adjective masculine

    Tom dan Frank adalah kawan baik.

    Ο Τομ κι ο Φρανκ είναι καλοί φίλοι.

  • αγαθός

    adjective masculine

    Ini adalah lingkaran baik, yang dapat ditiru di seluruh negara berkembang.

    Είναι ένας αγαθός κύκλος, ένας κύκλος που θα μπορούσε να αντιγραφεί σε όλο τον αναπτυσσόμενο κόσμο.

  • ικανοποιητικός

    Baginya, dinas sepenuh waktu di rumah Yehuwa merupakan cara terbaik, memuaskan, serta terpuji untuk menghormati Allah.

    Η ολοχρόνια υπηρεσία στον οίκο του Ιεχωβά ήταν ένας εξαιρετικός, ικανοποιητικός και αξιέπαινος τρόπος για να τιμήσει τον Θεό.

  • Less frequent translations

    • γιατρεύομαι
    • εντάξει
    • επουλώνομαι
    • ευγενικός
    • θεραπεύομαι
    • πολύ καλός
    • πρώτος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "baik" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "baik" with translations into Greek

  • αξία · αρετή · βελτίωση · ευγένεια · ηθική ανωτερότητα · καλοκαγαθία · καλοσύνη · καλό · πρόοδος · σύσταση · υπόδειξη
  • βελτίωση · επιδιόρθωση · εργασία αποκατάστασης · καρίκωμα · πρόοδος · ρύθμιση
  • βελτιώνω
  • καλοσυνάτος
  • καλοτυχία · τύχη
  • ανυψώνω · αποκαθιστώ · βελτιώνομαι · βελτιώνω · γιατρεύομαι · γυαλίζω · διορθώνω · επανορθώνω · επιδιορθώνω · επισκευάζω · επουλώνομαι · θεραπεύομαι · καλυτερεύω · λουστράρω · μπαλώνω · προάγω · στιλβώνω · τελειοποιώ
  • άγιος · γενναιόδωρος · ευγενικός · καλός · μεγαλόψυχος
  • ζυγώνω · πλησιάζω · προσεγγίζω · σιμώνω
Add

Translations of "baik" into Greek in sentences, translation memory