Translation of "berbaik" into Greek

ζυγώνω, πλησιάζω, προσεγγίζω are the top translations of "berbaik" into Greek.

berbaik
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • ζυγώνω

    verb
  • πλησιάζω

    verb

    Saat terbaik meninggalkan pria itu ketika darahnya sedang panas.

    Μην τον πλησιάζεις όταν του ανάβουν τα αίματα.

  • προσεγγίζω

    verb

    2 Sewaktu memeriksa catatan Kejadian, ada baiknya mengingat bahwa isinya dituturkan dari sudut pandang manusia di bumi.

    2 Όταν εξετάζουμε την αφήγηση της Γένεσης, είναι υποβοηθητικό να έχουμε υπόψη ότι αυτή προσεγγίζει τα ζητήματα από την άποψη των ανθρώπων στη γη.

  • σιμώνω

    verb
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "berbaik" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "berbaik" with translations into Greek

  • αξία · αρετή · βελτίωση · ευγένεια · ηθική ανωτερότητα · καλοκαγαθία · καλοσύνη · καλό · πρόοδος · σύσταση · υπόδειξη
  • βελτίωση · επιδιόρθωση · εργασία αποκατάστασης · καρίκωμα · πρόοδος · ρύθμιση
  • βελτιώνω
  • καλοσυνάτος
  • καλοτυχία · τύχη
  • ανυψώνω · αποκαθιστώ · βελτιώνομαι · βελτιώνω · γιατρεύομαι · γυαλίζω · διορθώνω · επανορθώνω · επιδιορθώνω · επισκευάζω · επουλώνομαι · θεραπεύομαι · καλυτερεύω · λουστράρω · μπαλώνω · προάγω · στιλβώνω · τελειοποιώ
  • άγιος · γενναιόδωρος · ευγενικός · καλός · μεγαλόψυχος
  • αγαθός · γιατρεύομαι · εντάξει · επουλώνομαι · ευγενικός · θεραπεύομαι · ικανοποιητικός · καλός · πολύ καλός · πρώτος
Add

Translations of "berbaik" into Greek in sentences, translation memory