Translation of "Deliberate" into Greek
Εσκεμμένος, σκόπιμος, σκόπιμος, εσκεμμένος are the top translations of "Deliberate" into Greek.
Deliberate
-
Εσκεμμένος, σκόπιμος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Deliberate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
deliberate
adjective
verb
grammar
Done on purpose; intentional. [..]
-
σκόπιμος
adjective masculineThe poison taken by mistake is just as deadly as that taken deliberately.
Το δηλητήριο, που μπορεί να πάρει κανείς κατά λάθος, είναι εξίσου θανατηφόρο όσο και αν το πάρει σκόπιμα.
-
εσκεμμένος
adjective masculineSome might consider sterilization as a deliberate “mutilation” of the body.
Μερικοί μπορεί να πιστεύουν ότι η στείρωσις είναι ένας εσκεμμένος «ακρωτηριασμός» του σώματος.
-
μελετώ
verb
-
Less frequent translations
- συζητώ
- επιφυλακτικός
- προμελετημένος
- προσεκτικός
- σκέπτομαι
- σκοπιμα,συνειδητα
- συνετός
- γνωστικός
- σταθμίζω
- συσκέπτομαι
Phrases similar to "Deliberate" with translations into Greek
-
ενσυνείδητο μάνατζμεντ, ενσυνείδητη διαχείριση
-
επίτηδες · εσκεμμένα · θελημένα · σκόπιμα
-
διαβούλευση · εξέταση · μελέτη · περίσκεψη · στάθμιση · συζήτηση · σύσκεψη · υπολογισμός
-
σκόπιμη τροποποίηση δεδομένων
-
διαβούλευση · εξέταση · μελέτη · περίσκεψη · στάθμιση · συζήτηση · σύσκεψη · υπολογισμός
Add example
Add