Translation of "deliberation" into Greek

διαβούλευση, συζήτηση, σύσκεψη are the top translations of "deliberation" into Greek.

deliberation noun grammar

The act of deliberating, or of weighing and examining the reasons for and against a choice or measure; careful consideration; mature reflection. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • διαβούλευση

    feminine

    careful discussion and examination of the reasons for and against a measure

    This led to somewhat lengthy deliberations in Parliament.

    Tο γεγονός αυτό οδήγησε σε μια σχετικά μακρόχρονη διαβούλευση στο Kοινοβούλιο, επ' αυτού του αντικειμένου.

  • συζήτηση

    noun feminine

    But the journey must not linger in the deliberation.

    Αλλά, το ταξίδι δεν πρέπει να καθυστερήσει λόγω συζητήσεων.

  • σύσκεψη

    noun

    The jury will be asked to continue their deliberations without this testimony.

    Οι ένορκοι θα συνεχίσουν την σύσκεψη χωρίς να ληφθεί υπόψη η κατάθεση.

  • Less frequent translations

    • περίσκεψη
    • εξέταση
    • μελέτη
    • υπολογισμός
    • στάθμιση
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "deliberation" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "deliberation" with translations into Greek

  • ενσυνείδητο μάνατζμεντ, ενσυνείδητη διαχείριση
  • Εσκεμμένος, σκόπιμος
  • επίτηδες · εσκεμμένα · θελημένα · σκόπιμα
  • γνωστικός · επιφυλακτικός · εσκεμμένος · μελετώ · προμελετημένος · προσεκτικός · σκέπτομαι · σκοπιμα,συνειδητα · σκόπιμος · σταθμίζω · συζητώ · συνετός · συσκέπτομαι
  • σκόπιμη τροποποίηση δεδομένων
  • γνωστικός · επιφυλακτικός · εσκεμμένος · μελετώ · προμελετημένος · προσεκτικός · σκέπτομαι · σκοπιμα,συνειδητα · σκόπιμος · σταθμίζω · συζητώ · συνετός · συσκέπτομαι
  • γνωστικός · επιφυλακτικός · εσκεμμένος · μελετώ · προμελετημένος · προσεκτικός · σκέπτομαι · σκοπιμα,συνειδητα · σκόπιμος · σταθμίζω · συζητώ · συνετός · συσκέπτομαι
  • γνωστικός · επιφυλακτικός · εσκεμμένος · μελετώ · προμελετημένος · προσεκτικός · σκέπτομαι · σκοπιμα,συνειδητα · σκόπιμος · σταθμίζω · συζητώ · συνετός · συσκέπτομαι
Add

Translations of "deliberation" into Greek in sentences, translation memory