Translation of "deliberately" into Greek

επίτηδες, θελημένα, σκόπιμα are the top translations of "deliberately" into Greek.

deliberately adverb grammar

Intentionally, or after deliberation; not accidentally. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • επίτηδες

    adverb

    intentionally

    I know you're disappointed, but I did not deliberately.

    Θα σε απογοητεύσω, μα δεν το έκανα επίτηδες.

  • θελημένα

  • σκόπιμα

    adverb

    I'm sure he didn't do it deliberately or with malice.

    Είμαι σίγουρος ότι δεν το έκανε σκόπιμα ή με δόλο.

  • εσκεμμένα

    No, I know his character and he'd have said nothing rather than a deliberate lie.

    Όχι, ξέρω το χαρακτήρα του και θα προτιμούσε να μην πει τίποτα από το να πει ψέματα εσκεμμένα.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "deliberately" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "deliberately" with translations into Greek

  • ενσυνείδητο μάνατζμεντ, ενσυνείδητη διαχείριση
  • Εσκεμμένος, σκόπιμος
  • διαβούλευση · εξέταση · μελέτη · περίσκεψη · στάθμιση · συζήτηση · σύσκεψη · υπολογισμός
  • γνωστικός · επιφυλακτικός · εσκεμμένος · μελετώ · προμελετημένος · προσεκτικός · σκέπτομαι · σκοπιμα,συνειδητα · σκόπιμος · σταθμίζω · συζητώ · συνετός · συσκέπτομαι
  • σκόπιμη τροποποίηση δεδομένων
  • διαβούλευση · εξέταση · μελέτη · περίσκεψη · στάθμιση · συζήτηση · σύσκεψη · υπολογισμός
  • γνωστικός · επιφυλακτικός · εσκεμμένος · μελετώ · προμελετημένος · προσεκτικός · σκέπτομαι · σκοπιμα,συνειδητα · σκόπιμος · σταθμίζω · συζητώ · συνετός · συσκέπτομαι
  • γνωστικός · επιφυλακτικός · εσκεμμένος · μελετώ · προμελετημένος · προσεκτικός · σκέπτομαι · σκοπιμα,συνειδητα · σκόπιμος · σταθμίζω · συζητώ · συνετός · συσκέπτομαι
Add

Translations of "deliberately" into Greek in sentences, translation memory