Translation of "abusive" into Greek

υβριστικός, προσβλητικός, καταχρηστικός are the top translations of "abusive" into Greek.

abusive adjective grammar

Wrongly used; perverted; misapplied. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • υβριστικός

    Adjective

    Uh, well, in my parents'case, by being abusive and dysfunctional.

    Στην περίπτωση των γονιών μου, με το να είσαι υβριστικός και δυσλειτουργικός.

  • προσβλητικός

    adjective masculine

    Don't you tell me to be abusive or not.

    Μην μου λέγεις να είμαι ή όχι προσβλητικός.

  • καταχρηστικός

    adjective

    Such a ‘ploy’ should be regarded as abusive, considered against the facts which preceded the summons.

    Ειδικότερα, ένας τέτοιος «ελιγμός» πρέπει να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστικός, δεδομένων των πραγματικών περιστατικών που προηγήθηκαν της κλητεύσεως.

  • Less frequent translations

    • βάναυσος
    • συκοφαντικός
    • κακοποιητικός, χυδαίος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "abusive" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "abusive" with translations into Greek

  • θύμα
  • δράστης · εκμεταλλευτής · θύτης · καταχραστής
  • ασέλγεια · ασελγώ πάνω σε κτ · ασελγώ σε βάρος [+Γεν.] · ασυδοσία · ατασθαλίες · αυθαιρεσία · βάναυση συμπεριφορά · βρίζω · βρισιές · εκμετάλλευση · εκμεταλλεύομαι · εξύβριση · κάνω καταχρηστική χρήση · κακομεταχείριση · κακομεταχειρίζομαι · κακοποίηση · κακοποιηση · κακοποιώ · κατάχρηση · καταχρηστική πρακτική · καταχρώμαι · παραβίαση · πλάνη · προσβολή · υβρίζω · φωνάζω · ύβρις
  • κατάχρηση ουσιών
  • Παιδική κακοποίηση
  • κατάχρηση εξουσίας
  • κρατικοδίαιτος
  • Αναφορά κακής χρήσης
Add

Translations of "abusive" into Greek in sentences, translation memory