Translation of "challenged" into Greek
με [+επίθ.] ανάγκες, με [+επίθ.] αναπηρίες, με [+επίθ.] δυσκολίες are the top translations of "challenged" into Greek.
challenged
adjective
verb
grammar
Simple past tense and past participle of challenge. [..]
-
με [+επίθ.] ανάγκες
-
με [+επίθ.] αναπηρίες
1. a euphemism for disabled (usually preceded by an adverb): physically challenged. } 2. deficient or lacking (usually preceded by an adverb or noun and used facetiously): ethically challenged; math-challenged. [dictionary.com]
-
με [+επίθ.] δυσκολίες
-
Less frequent translations
- με [+επίθ.] περιορισμούς
- με δυσκολίες σε
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "challenged" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "challenged" with translations into Greek
-
Πρωτόκολλο επαλήθευσης πρόκλησης συγχρονισμού · πρωτόκολλο ελέγχου ταυτότητας μέσω ανταλλαγής χειραψίας
-
πρόβλημα για δυνατούς λύτες
-
αποτελώ πρόκληση · θέτω σε δοκιμασία
-
αμφισβητώ απροκάλυπτα
-
Πρωτόκολλο επαλήθευσης πρόκλησης συγχρονισμού
-
κάλεσμα σε αναμέτρηση · πρόκληση σε καβγά
-
Εξαίρεση · ένσταση · αμφισβήτηση · αμφισβητώ · διεκδικώ · δοκιμασία · δυσκολία · δύσκολη περίπτωση · δύσκολη υπόθεση · δύσκολο έργο · ενίσταμαι · ζητούμενος · ζόρικη δουλειά · θέτω σε δοκιμασία · θέτω υπό αμφισβήτηση · καλώ · πειρασμός · προβληματίζω · προκαλώ · προσβολή · πρόβλημα · πρόκληση · ταλαιπωρία
-
αμφισβητίας · αντίπαλος · ανταγωνιστής · διεκδικητής
Add example
Add