Translation of "challenger" into Greek
αντίπαλος, διεκδικητής, ανταγωνιστής are the top translations of "challenger" into Greek.
One who challenges. [..]
-
αντίπαλος
noun masculineWells is challenging the governor in the next election.
Ο Γουέλς είναι αντίπαλος του υποψηφίου του κυβερνήτη στις επόμενες εκλογές.
-
διεκδικητής
As the challenger makes his way into the arena, you can hear the surge of excitement.
Καθώς ο διεκδικητής μπαίνει στην αρένα μπορείτε να ακούσετε τις κραυγές ενθουσιασμού.
-
ανταγωνιστής
nounOn both markets, Verbund was the biggest challenger to the already very strong position of EnergieAllianz.
Και στις δύο αυτές αγορές η Verbund ήταν ο σημαντικότερος ανταγωνιστής της, ήδη εξαιρετικά ισχυρής, EnergieAllianz.
-
αμφισβητίας
NounThe challenger will need to find a hole with a weaker owner.
Ο αμφισβητίας θα πρέπει να βρούμε μια τρύπα με ένα ασθενέστερο ιδιοκτήτη.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "challenger" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
A space shuttle, named after the HMS Challenger (1858), destroyed on January 28, 1986 with loss of its seven-member crew.
"Challenger" in English - Greek dictionary
Currently, we have no translations for Challenger in the dictionary, maybe you can add one? Make sure to check automatic translation, translation memory or indirect translations.
Phrases similar to "challenger" with translations into Greek
-
Πρωτόκολλο επαλήθευσης πρόκλησης συγχρονισμού · πρωτόκολλο ελέγχου ταυτότητας μέσω ανταλλαγής χειραψίας
-
πρόβλημα για δυνατούς λύτες
-
αποτελώ πρόκληση · θέτω σε δοκιμασία
-
αμφισβητώ απροκάλυπτα
-
Πρωτόκολλο επαλήθευσης πρόκλησης συγχρονισμού
-
κάλεσμα σε αναμέτρηση · πρόκληση σε καβγά
-
Εξαίρεση · ένσταση · αμφισβήτηση · αμφισβητώ · διεκδικώ · δοκιμασία · δυσκολία · δύσκολη περίπτωση · δύσκολη υπόθεση · δύσκολο έργο · ενίσταμαι · ζητούμενος · ζόρικη δουλειά · θέτω σε δοκιμασία · θέτω υπό αμφισβήτηση · καλώ · πειρασμός · προβληματίζω · προκαλώ · προσβολή · πρόβλημα · πρόκληση · ταλαιπωρία
-
με [+επίθ.] ανάγκες · με [+επίθ.] αναπηρίες · με [+επίθ.] δυσκολίες · με [+επίθ.] περιορισμούς · με δυσκολίες σε