Translation of "challenging" into Greek
απαιτητικός, βάλλοντας, δύσκολος are the top translations of "challenging" into Greek.
challenging
adjective
noun
verb
grammar
Present participle of challenge. [..]
-
απαιτητικός
adjectiveThe area of living donations has been the most challenging.
Ο τομέας της δωρεάς από ζώντες δότες ήταν ο πιο απαιτητικός.
-
βάλλοντας
The Commission is therefore challenging rules comprising three national decrees and nine regional laws.
Η Επιτροπή βάλλει, συνεπώς, κατά διατάξεων που είναι διασκορπισμένες σε τρία εθνικά διατάγματα και σε εννέα περιφερειακούς νόμους.
-
δύσκολος
adjectiveThese projects will be challenging in terms of execution.
Tα έργα αυτά θα είναι δύσκολα στην εκτέλεσή τους.
-
Less frequent translations
- προβληματικός
- προκλητικός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "challenging" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "challenging" with translations into Greek
-
Πρωτόκολλο επαλήθευσης πρόκλησης συγχρονισμού · πρωτόκολλο ελέγχου ταυτότητας μέσω ανταλλαγής χειραψίας
-
πρόβλημα για δυνατούς λύτες
-
αποτελώ πρόκληση · θέτω σε δοκιμασία
-
αμφισβητώ απροκάλυπτα
-
Πρωτόκολλο επαλήθευσης πρόκλησης συγχρονισμού
-
κάλεσμα σε αναμέτρηση · πρόκληση σε καβγά
-
Εξαίρεση · ένσταση · αμφισβήτηση · αμφισβητώ · διεκδικώ · δοκιμασία · δυσκολία · δύσκολη περίπτωση · δύσκολη υπόθεση · δύσκολο έργο · ενίσταμαι · ζητούμενος · ζόρικη δουλειά · θέτω σε δοκιμασία · θέτω υπό αμφισβήτηση · καλώ · πειρασμός · προβληματίζω · προκαλώ · προσβολή · πρόβλημα · πρόκληση · ταλαιπωρία
-
αμφισβητίας · αντίπαλος · ανταγωνιστής · διεκδικητής
Add example
Add