Translation of "competing" into Greek
αλληλοσυγκρουόμενος, ανταγωνιστικός, αντιμαχόμενοι, -ες, -α are the top translations of "competing" into Greek.
competing
adjective
verb
grammar
being in the state of competition (often unintentionally) [..]
-
αλληλοσυγκρουόμενος
-
ανταγωνιστικός
adjective -
αντιμαχόμενοι, -ες, -α
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "competing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "competing" with translations into Greek
-
ειρηνοδικείο
-
ανταγωνίζομαι · διαγωνίζομαι · συναγωνίζομαι
-
νομοθετική αρμοδιότητα
-
άξιος · έχων τα προσόντα · ανταποκρινόμενος στις ανάγκες · αποδεκτός · αρκετός · αρμόδιος · επαρκής · ικανός · κατάλληλος
-
αρμοδιότητα των κρατών μελών
-
γνώση · επάρκεια · ικανότητα · τεχνογνωσία
-
Ικανότητα · αρμοδιότητα · γνώση · διεύθυνση · επάρκεια · ικανότητα · οικονομική άνεση
-
εξωτερική αρμοδιότητα
Add example
Add