Translation of "competence" into Greek

ικανότητα, γνώση, αρμοδιότητα are the top translations of "competence" into Greek.

competence noun grammar

(uncountable) The quality or state of being competent, i.e. able or suitable for a general role. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ικανότητα

    noun feminine

    Your persistence is admirable, Major, but your competence is nonexistent.

    Η εμμονή σας είναι αξιοθαύμαστη, ταγματάρχα αλλά η ικανότητά σας είναι ανύπαρκτη.

  • γνώση

    noun feminine

    Where a competent authority of a Party has a reasonable suspicion, or becomes aware, that:

    Σε περίπτωση που μία αρμόδια αρχή ενός συμβαλλόμενου μέρους έχει αιτιολογημένη υπόνοια ή λαμβάνει γνώση του γεγονότος:

  • αρμοδιότητα

    Noun feminine

    The subsidiarity principle applies insofar as the proposal does not fall within the exclusive competence of the EU.

    Δεδομένου ότι η πρόταση δεν εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ, εφαρμόζεται η αρχή της επικουρικότητας.

  • Less frequent translations

    • επάρκεια
    • οικονομική άνεση
    • διεύθυνση
    • Ικανότητα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "competence" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Competence
+ Add

English-Greek dictionary

  • Ικανότητα, αρμοδιότητα, επάρκεια

Phrases similar to "competence" with translations into Greek

  • ειρηνοδικείο
  • ανταγωνίζομαι · διαγωνίζομαι · συναγωνίζομαι
  • νομοθετική αρμοδιότητα
  • αλληλοσυγκρουόμενος · ανταγωνιστικός · αντιμαχόμενοι, -ες, -α
  • άξιος · έχων τα προσόντα · ανταποκρινόμενος στις ανάγκες · αποδεκτός · αρκετός · αρμόδιος · επαρκής · ικανός · κατάλληλος
  • αρμοδιότητα των κρατών μελών
  • γνώση · επάρκεια · ικανότητα · τεχνογνωσία
  • εξωτερική αρμοδιότητα
Add

Translations of "competence" into Greek in sentences, translation memory