Translation of "constructible" into Greek
οικοδομήσιμο is the translation of "constructible" into Greek.
constructible
adjective
grammar
(of a regular polygon) That can be constructed in a plane using only a pair of compasses and a straightedge. [..]
-
οικοδομήσιμο
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "constructible" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "constructible" with translations into Greek
-
κατασκευαστική λεπτομέρεια
-
πολιτική για τον κατασκευαστικό τομέα · πολιτική κτιριακών έργων
-
· έννοια · ανέγερση · δομή · δομημένη κατασκευή · δομικά έργα · δομικός · δόμηση · ερμηνεία · κατασκευές · κατασκευή · κατασκεύασμα · κτίρια · κτίριο · οικοδομή · οικοδομική · οικοδομικός · οικοδόμημα · οικοδόμηση · συγκέντρωση
-
δημιουργικός · εποικοδομητικός · κατασκευαστικός
-
κατασκευή ανθεκτική στις καιρικές συνθήκες
-
υλικό οδοποιίας
-
Τεχνητή γλώσσα · τεχνητή γλώσσα
-
Κατασκευάζω
Add example
Add