Translation of "deserted" into Greek

έρημος, ακατοίκητος, εγκαταλελειμμένος are the top translations of "deserted" into Greek.

deserted adjective verb grammar

Simple past tense and past participle of desert. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • έρημος

    adjective feminine

    μοναχικός, απομονωμένος

    Parts of the country are so dry as to be almost desert.

    Κομμάτια της χώρας είναι τόσο άνυδρα, σχεδόν σαν έρημος.

  • ακατοίκητος

    adjective
  • εγκαταλελειμμένος

    adjective masculine

    The place is deserted, maybe they went out for supplies.

    Ο τόπος είναι εγκαταλελειμμένος, Ίσως πήγαν για ψωνια.

  • παρατημένος

    adjective masculine
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "deserted" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "deserted"

Phrases similar to "deserted" with translations into Greek

  • έρχεται και η σειρά μου · είμαι άξιος τής μοίρας μου · εισπράττω, πληρώνω τα επίχειρα τών πράξεών μου · καλά να πάθει · υφίσταμαι τις συνέπειες τών πράξεών μου · όλα εδώ πληρώνονται
  • Φακόχοιρος της Ερήμου
  • Έρημος · άγονος · άνυδρος · έρημος · αφήνω · εγκαταλείπω · ερημιά · η ανταμοιβή · λιποτακτώ · παραδίνομαι · παρατάω · παρατώ · φυγομαχώ
  • εγκατάλειψη · λιποταξία · παράτημα · παραμέληση · φυγομαχία
  • προσχωρώ σε
  • αποστάτης · αρνησίθρησκος · δειλός · λιποτάκτης · φυγόμαχος
  • ακρίδα της ερήμου
  • desert boot · αρβύλα ερήμου
Add

Translations of "deserted" into Greek in sentences, translation memory