Translation of "desertion" into Greek

λιποταξία, εγκατάλειψη, παραμέληση are the top translations of "desertion" into Greek.

desertion noun grammar

The act of deserting. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • λιποταξία

    noun feminine

    If you do not follow them, you will be charged with mutiny and summarily executed for desertion.

    Αν δεν τις εφαρμόσετε, θα κατηγορηθείτε για ανταρσία και θα εκτελεστείτε με συνοπτικές διαδικασίες για λιποταξία.

  • εγκατάλειψη

    noun feminine

    You have earned a firing squad for deserting this fort.

    Κέρδισες το εκτελεστικό απόσπασμα γιατί εγκατάλειψη αυτό το οχυρό.

  • παραμέληση

  • Less frequent translations

    • παράτημα
    • φυγομαχία
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "desertion" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "desertion" with translations into Greek

  • έρχεται και η σειρά μου · είμαι άξιος τής μοίρας μου · εισπράττω, πληρώνω τα επίχειρα τών πράξεών μου · καλά να πάθει · υφίσταμαι τις συνέπειες τών πράξεών μου · όλα εδώ πληρώνονται
  • Φακόχοιρος της Ερήμου
  • Έρημος · άγονος · άνυδρος · έρημος · αφήνω · εγκαταλείπω · ερημιά · η ανταμοιβή · λιποτακτώ · παραδίνομαι · παρατάω · παρατώ · φυγομαχώ
  • προσχωρώ σε
  • έρημος · ακατοίκητος · εγκαταλελειμμένος · παρατημένος
  • αποστάτης · αρνησίθρησκος · δειλός · λιποτάκτης · φυγόμαχος
  • ακρίδα της ερήμου
  • desert boot · αρβύλα ερήμου
Add

Translations of "desertion" into Greek in sentences, translation memory