Translation of "deserter" into Greek
λιποτάκτης, φυγόμαχος, δειλός are the top translations of "deserter" into Greek.
deserter
noun
grammar
A person who has physically removed him- or herself from the control or direction of a military or naval unit with the intention of permanently leaving [..]
-
λιποτάκτης
nounThis says that in addition to being a deserter he was involved in illegal trading.
Εδώ λέει ότι, εκτός από λιποτάκτης, συμμετείχε και σε παράνομες δραστηριότητες.
-
φυγόμαχος
adjective -
δειλός
nounWeak men leave their son in the desert, lacking the guts to pull the trigger themselves.
Οι αδύναμοι παρατάν το γιο τους στην έρημο επειδή είναι δειλοί.
-
Less frequent translations
- αποστάτης
- αρνησίθρησκος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "deserter" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "deserter" with translations into Greek
-
έρχεται και η σειρά μου · είμαι άξιος τής μοίρας μου · εισπράττω, πληρώνω τα επίχειρα τών πράξεών μου · καλά να πάθει · υφίσταμαι τις συνέπειες τών πράξεών μου · όλα εδώ πληρώνονται
-
Φακόχοιρος της Ερήμου
-
Έρημος · άγονος · άνυδρος · έρημος · αφήνω · εγκαταλείπω · ερημιά · η ανταμοιβή · λιποτακτώ · παραδίνομαι · παρατάω · παρατώ · φυγομαχώ
-
εγκατάλειψη · λιποταξία · παράτημα · παραμέληση · φυγομαχία
-
προσχωρώ σε
-
έρημος · ακατοίκητος · εγκαταλελειμμένος · παρατημένος
-
ακρίδα της ερήμου
-
desert boot · αρβύλα ερήμου
Add example
Add