Translation of "engage" into Greek

μισθώνω, προσλαμβάνω, απασχολώ are the top translations of "engage" into Greek.

engage verb grammar

(transitive) To engross or hold the attention of (someone); to keep busy or occupied. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • μισθώνω

    verb
  • προσλαμβάνω

    verb

    Another person may be engaged to the post occupied by the member of the temporary staff.

    Στη θέση που κατείχε ο έκτακτος υπάλληλος μπορεί να προσληφθεί άλλο πρόσωπο.

  • απασχολώ

    verb

    You need something to keep you engaged, connected to other people.

    Χρειάζεσαι κάτι να σε απασχολεί. Να συνδεθείς με άλλους ανθρώπους.

  • Less frequent translations

    • απασχολούμαι
    • κρατώ
    • εμπλέκω
    • αναλαμβάνω
    • αντιμετωπίζω
    • ενασχολούμαι
    • ενοικιάζω
    • απορροφώ
    • αποσπώ
    • πιάνω
    • αιχμαλωτίζω
    • αρραβωνιάζω
    • κατακτώ
    • καταπιάνομαι
    • νοικιάζω
    • τραβάω
    • ελκύω
    • δεσμεύ-ω, -ομαι
    • καταγίνομαι
    • στρατεύομαι
    • συγκρούομαι με
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "engage" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Engage
+ Add

English-Greek dictionary

  • Απασχολώ, συμπλέκω

Phrases similar to "engage" with translations into Greek

  • ενεργός γεωργικός πληθυσμός · ενεργός πληθυσμός που απασχολείται στη γεωργία
  • απασχολούμαι
  • αποχή
  • ελκυστικός · ευχάριστος · συμπαθητικός
  • δεσμεύομαι εκ νέου · επανεκκινώ · ξαναπροσλαμβάνω · ξαναρχίζω το διάλογο · προβαίνω σε νέο, -α, -ους, -ες
  • βέρα · δαχτυλίδι αρραβώνα
  • απασχολούμαι σε · ασκώ · επιδίδομαι σε · προβαίνω σε · συμμετέχω σε
  • απασχολημένος · απορροφημένος · αρραβωνιασμένος · αφοσιωμένος · σε διάλογο · σε επαφή
Add

Translations of "engage" into Greek in sentences, translation memory