Translation of "engaged" into Greek
απασχολημένος, αρραβωνιασμένος, απορροφημένος are the top translations of "engaged" into Greek.
engaged
adjective
verb
grammar
Simple past tense and past participle of engage. [..]
-
απασχολημένος
particleOh, I would hope during this time that he stays engaged.
Θα ευχόμουν αυτό το διάστημα να είναι απασχολημένος.
-
αρραβωνιασμένος
Just to confirm, that is the woman that you were engaged to.
Απλά για επιβεβαίωση αυτή είναι η γυναίκα με την οποία ήσουνα αρραβωνιασμένος.
-
απορροφημένος
-
Less frequent translations
- αφοσιωμένος
- σε διάλογο
- σε επαφή
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "engaged" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "engaged" with translations into Greek
-
ενεργός γεωργικός πληθυσμός · ενεργός πληθυσμός που απασχολείται στη γεωργία
-
απασχολούμαι
-
· αιχμαλωτίζω · αναλαμβάνω · αντιμετωπίζω · απασχολούμαι · απασχολώ · απορροφώ · αποσπώ · αρραβωνιάζω · δεσμεύ-ω, -ομαι · ελκύω · εμπλέκω · ενασχολούμαι · ενοικιάζω · καταγίνομαι · κατακτώ · καταπιάνομαι · κρατώ · μισθώνω · νοικιάζω · πιάνω · προσλαμβάνω · στρατεύομαι · συγκρούομαι με · τραβάω
-
αποχή
-
ελκυστικός · ευχάριστος · συμπαθητικός
-
δεσμεύομαι εκ νέου · επανεκκινώ · ξαναπροσλαμβάνω · ξαναρχίζω το διάλογο · προβαίνω σε νέο, -α, -ους, -ες
-
βέρα · δαχτυλίδι αρραβώνα
-
απασχολούμαι σε · ασκώ · επιδίδομαι σε · προβαίνω σε · συμμετέχω σε
Add example
Add