Translation of "engaging" into Greek
ελκυστικός, ευχάριστος, συμπαθητικός are the top translations of "engaging" into Greek.
engaging
adjective
verb
grammar
Interesting; charming; attractive, especially of a manner or behaviour. [..]
-
ελκυστικός
adjective masculinethat was more engaging, more accessible,
που θα είναι πιο ελκυστικός, πιο προσιτός
-
ευχάριστος
adjective masculine -
συμπαθητικός
adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "engaging" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "engaging" with translations into Greek
-
ενεργός γεωργικός πληθυσμός · ενεργός πληθυσμός που απασχολείται στη γεωργία
-
απασχολούμαι
-
· αιχμαλωτίζω · αναλαμβάνω · αντιμετωπίζω · απασχολούμαι · απασχολώ · απορροφώ · αποσπώ · αρραβωνιάζω · δεσμεύ-ω, -ομαι · ελκύω · εμπλέκω · ενασχολούμαι · ενοικιάζω · καταγίνομαι · κατακτώ · καταπιάνομαι · κρατώ · μισθώνω · νοικιάζω · πιάνω · προσλαμβάνω · στρατεύομαι · συγκρούομαι με · τραβάω
-
αποχή
-
δεσμεύομαι εκ νέου · επανεκκινώ · ξαναπροσλαμβάνω · ξαναρχίζω το διάλογο · προβαίνω σε νέο, -α, -ους, -ες
-
βέρα · δαχτυλίδι αρραβώνα
-
απασχολούμαι σε · ασκώ · επιδίδομαι σε · προβαίνω σε · συμμετέχω σε
-
Απασχολώ, συμπλέκω
Add example
Add