Translation of "fulfil" into Greek

πραγματοποιώ, εκπληρώνω, ικανοποιώ are the top translations of "fulfil" into Greek.

fulfil verb grammar

To obey, follow, comply with (a rule, requirement etc.). [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • πραγματοποιώ

    verb

    The remaining commitments to be fulfilled are shown on the liability side of the balance sheet.

    Οι εναπομένουσες αναλήψεις υποχρεώσεων που πρέπει να πραγματοποιηθούν εμφανίζονται στο παθητικό του ισολογισμού.

  • εκπληρώνω

    verb

    Frontex can never fulfil the role if its terms of reference do not change substantially.

    Ο Frontex δεν μπορεί ποτέ να εκπληρώσει τον ρόλο αυτόν εάν δεν μεταβληθούν ουσιαστικά οι όροι αναφοράς του.

  • ικανοποιώ

    verb

    Estonia fulfils the criterion on the government budgetary position.

    Η Εσθονία ικανοποιεί το κριτήριο της δημοσιονομικής κατάστασης.

  • Less frequent translations

    • εκπληρώ
    • πραγματώνω
    • εισακούω
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "fulfil" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "fulfil" with translations into Greek

  • προσφυγή επί παραβάσει
  • αυτοεκπλήρωση · αυτοπραγμάτωση · ψυχική ολοκλήρωση
  • Αυτοεκπληρούμενη προφητεία · επαλήθευση πρόβλεψης · επιβεβαίωση πρόβλεψης · προβλεπόμενη εξέλιξη · συνέβη το αναμενόμενο
  • αποθήκες (που λειτουργούν τρίτοι), κέντρα αποθηκών, κέντρα αποθήκευσης · κέντρα (επεξεργασίας και) ολοκλήρωσης παραγγελιών
  • εκπλήρωση · ικανοποίηση
  • εκπληρώνω
  • εκπληρώνω · ικανοποιώ · πραγματοποιώ
  • εκπλήρωση · ικανοποίηση · ολοκλήρωση
Add

Translations of "fulfil" into Greek in sentences, translation memory