Translation of "fulfilment" into Greek

ικανοποίηση, εκπλήρωση are the top translations of "fulfilment" into Greek.

fulfilment noun grammar

The act of fulfilling. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ικανοποίηση

    noun feminine

    being fulfilled [..]

    The displacement of a movable part of the vehicle is permitted to fulfil this requirement.

    Για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής επιτρέπεται η μετακίνηση ενός κινητού μέρους του οχήματος.

  • εκπλήρωση

    noun feminine

    Hence, in the prophecy’s fulfillment, the enraged king of the north conducts a campaign against God’s people.

    Συνεπώς, στην εκπλήρωση της προφητείας, ο εξαγριωμένος βασιλιάς του βορρά κάνει μια εκστρατεία κατά του λαού του Θεού.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "fulfilment" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "fulfilment" with translations into Greek

  • προσφυγή επί παραβάσει
  • αυτοεκπλήρωση · αυτοπραγμάτωση · ψυχική ολοκλήρωση
  • Αυτοεκπληρούμενη προφητεία · επαλήθευση πρόβλεψης · επιβεβαίωση πρόβλεψης · προβλεπόμενη εξέλιξη · συνέβη το αναμενόμενο
  • αποθήκες (που λειτουργούν τρίτοι), κέντρα αποθηκών, κέντρα αποθήκευσης · κέντρα (επεξεργασίας και) ολοκλήρωσης παραγγελιών
  • εισακούω · εκπληρώ · εκπληρώνω · ικανοποιώ · πραγματοποιώ · πραγματώνω
  • εκπληρώνω
  • εκπληρώνω · ικανοποιώ · πραγματοποιώ
  • εκπλήρωση · ικανοποίηση · ολοκλήρωση
Add

Translations of "fulfilment" into Greek in sentences, translation memory