Translation of "indulge" into Greek

ενδίδω, υποκύπτω, κακομαθαίνω are the top translations of "indulge" into Greek.

indulge verb grammar

(intransitive), (often followed by "in"): To yield to a temptation or desire. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ενδίδω

    to yield to a temptation

    I seldom indulge, especially on such a beautiful morning.

    Σπάνια ενδίδω, ειδικά ένα τόσο όμορφο πρωινό.

  • υποκύπτω

    verb

    to yield to a temptation

    I usually am... good, but sometimes, I indulge

    Συνήθως είμαι φρόνιμος, αλλά μερικές φορές υποκύπτω στον πειρασμό

  • κακομαθαίνω

    verb

    του κάνω όλα τα χατήρια

    What do you mean, " indulge "?

    Πως " τους κακομαθαίνω ";

  • Less frequent translations

    • καλομαθαίνω
    • του κάνω όλα τα χατήρια
    • πηγαίνω με τα νερά κάποιου
    • ικανοποιώ
    • εντρυφώ
    • παραχαιδεύω
    • κάνω χατίρι
    • παραδίδομαι
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "indulge" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "indulge" with translations into Greek

  • ενδίδω σε · εντρυφώ σε · επιδίδομαι σε · παρασύρομαι · παρασύρομαι από, σε
  • Συγχωροχάρτι · ανάλωση · ανοχή · απόλαυση · ασυδοσία · διασκέδαση · επιείκεια · ικανοποίηση · κανάκεμα · παραχάιδεμα · πολυτέλεια · συγχωροχάρτι · συχωροχάρτι
  • ενδίδω
  • έκλυτος βίος · ακολασία · ασωτία · αυταρέσκεια · αυτοϊκανοποίηση · κραιπάλη · μαλθακότητα · συβαριτισμός · φιλαυτία
  • μαλθακότητα, ακολασία
  • αυτοαναφορικός · μαλθακός, φιλήδονος · φίλαυτος
  • ανεκτικός · επιεικής · συγκαταβατικός
  • ενδίδω σε · εντρυφώ σε · επιδίδομαι σε · παρασύρομαι · παρασύρομαι από, σε
Add

Translations of "indulge" into Greek in sentences, translation memory