Translation of "indulgence" into Greek

επιείκεια, συγχωροχάρτι, ανοχή are the top translations of "indulgence" into Greek.

indulgence verb noun grammar

catering to someone's every desire [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • επιείκεια

    noun feminine

    tolerance

    But I very much appreciate the indulgence of the panel for their accommodation here today.

    Αλλά εκτιμώ πολύ την επιείκεια της επιτροπής για τη υποδοχή μου εδώ σήμερα.

  • συγχωροχάρτι

    neuter

    pardon or release from the expectation of punishment in purgatory

  • ανοχή

    noun feminine

    tolerance

    Criminals thrive on the indulgence of society's understanding.

    Οι εγκληματίες ευημερούν με την ανοχή της κοινωνίας.

  • Less frequent translations

    • απόλαυση
    • πολυτέλεια
    • κανάκεμα
    • παραχάιδεμα
    • συχωροχάρτι
    • ικανοποίηση
    • Συγχωροχάρτι
    • διασκέδαση
    • ασυδοσία
    • ανάλωση
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "indulgence" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "indulgence" with translations into Greek

  • ενδίδω σε · εντρυφώ σε · επιδίδομαι σε · παρασύρομαι · παρασύρομαι από, σε
  • ενδίδω
  • έκλυτος βίος · ακολασία · ασωτία · αυταρέσκεια · αυτοϊκανοποίηση · κραιπάλη · μαλθακότητα · συβαριτισμός · φιλαυτία
  • μαλθακότητα, ακολασία
  • ενδίδω · εντρυφώ · ικανοποιώ · κάνω χατίρι · κακομαθαίνω · καλομαθαίνω · παραδίδομαι · παραχαιδεύω · πηγαίνω με τα νερά κάποιου · του κάνω όλα τα χατήρια · υποκύπτω
  • αυτοαναφορικός · μαλθακός, φιλήδονος · φίλαυτος
  • ανεκτικός · επιεικής · συγκαταβατικός
  • ενδίδω σε · εντρυφώ σε · επιδίδομαι σε · παρασύρομαι · παρασύρομαι από, σε
Add

Translations of "indulgence" into Greek in sentences, translation memory