Translation of "weariness" into Greek
κούραση, κόπωση, απάθεια are the top translations of "weariness" into Greek.
weariness
noun
grammar
exhaustion, fatigue or tiredness [..]
-
κούραση
noun feminineI had thought weariness durst not have attached one of so high blood.
Νόμιζα πως κούραση δεν νιώθουν όσοι είναι από βασιλική γεννιά.
-
κόπωση
Clearly, our form of worship does not cause weariness and discouragement.
Σαφώς, ο τρόπος με τον οποίο αποδίδουμε λατρεία δεν προξενεί κόπωση και απογοήτευση.
-
απάθεια
noun feminine
-
Less frequent translations
- αθημία
- ακεφία
- μελαγχολία
- αδιαφορία
- αδράνεια
- κόπος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "weariness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "weariness" with translations into Greek
-
μπουχτισμένος
-
κουρασμένος
-
κουραστικός
-
αγανακτισμένος · ανιαρός · εξαντλητικός · εξαντλώ · καταβάλλω · καταπονημένος · καταπονώ · κουράζομαι · κουράζω · κουρασμένος
-
θαλασσοδαρμένος
-
αγανακτισμένος · ανιαρός · εξαντλητικός · εξαντλώ · καταβάλλω · καταπονημένος · καταπονώ · κουράζομαι · κουράζω · κουρασμένος
-
κουραστικός
Add example
Add