Translation of "wearying" into Greek
κουραστικός is the translation of "wearying" into Greek.
wearying
adjective
verb
Present participle of weary. [..]
-
κουραστικός
adjectiveAnd weary winter comin'fast and cozy here beneath the blast.
Και ο κουραστικός χειμώνας μπαίνει γερά και ζεστά εδώ κάτω από τον άνεμο.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "wearying" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "wearying" with translations into Greek
-
μπουχτισμένος
-
κουρασμένος
-
αγανακτισμένος · ανιαρός · εξαντλητικός · εξαντλώ · καταβάλλω · καταπονημένος · καταπονώ · κουράζομαι · κουράζω · κουρασμένος
-
αδιαφορία · αδράνεια · αθημία · ακεφία · απάθεια · κούραση · κόπος · κόπωση · μελαγχολία
-
θαλασσοδαρμένος
-
αδιαφορία · αδράνεια · αθημία · ακεφία · απάθεια · κούραση · κόπος · κόπωση · μελαγχολία
-
αδιαφορία · αδράνεια · αθημία · ακεφία · απάθεια · κούραση · κόπος · κόπωση · μελαγχολία
Add example
Add