Translation of "weary" into Greek

κουρασμένος, κουράζω, εξαντλώ are the top translations of "weary" into Greek.

weary adjective verb grammar

A feeling of being mentally fatigued. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • κουρασμένος

    adjective

    In need of some rest or sleep, usually as a result of hard work or physical activity.

    It is late and our guest must be weary from the road.

    Είναι αργά και ο φιλοξενούμενός μας πρέπει να είναι κουρασμένος από τον δρόμο.

  • κουράζω

    verb
  • εξαντλώ

    verb
  • Less frequent translations

    • κουράζομαι
    • ανιαρός
    • αγανακτισμένος
    • καταβάλλω
    • καταπονώ
    • εξαντλητικός
    • καταπονημένος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "weary" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "weary" with translations into Greek

  • μπουχτισμένος
  • κουρασμένος
  • κουραστικός
  • αδιαφορία · αδράνεια · αθημία · ακεφία · απάθεια · κούραση · κόπος · κόπωση · μελαγχολία
  • θαλασσοδαρμένος
  • αδιαφορία · αδράνεια · αθημία · ακεφία · απάθεια · κούραση · κόπος · κόπωση · μελαγχολία
  • αδιαφορία · αδράνεια · αθημία · ακεφία · απάθεια · κούραση · κόπος · κόπωση · μελαγχολία
  • κουραστικός
Add

Translations of "weary" into Greek in sentences, translation memory