Translation of "disimular" into Greek
κρύβω, προσποιούμαι, αποκρύπτω are the top translations of "disimular" into Greek.
Ubicar algo en un lugar donde será difícil de encontrar o descubrir. [..]
-
κρύβω
verbEstá perdidamente enamorada de mí, aunque lo disimula muy bien.
Eίναι τρελά ερωτευμένη μαζί μου, αν και το κρύβει πολύ καλά.
-
προσποιούμαι
verbTenía que disimular ante el Director y los profesores de Casey.
Έπρεπε να προσποιούμαι μπροστά στον διευθυντή και τους καθηγητές της Κέιση.
-
αποκρύπτω
ρήμακρύβω. 1. αποσιωπώ κτ. συνειδητά, το κρατώ κρυφό, δεν το κάνω γνωστό 2. εμποδίζω, περιορίζω τη θέα κάποιου, δεν του επιτρέπω να δει κτ. παρεμβάλλομαι ως εμπόδιο, περιορίζοντας τη θέα ενεργώ έτσι ώστε να μη γίνει γνωστό κάτι δυσάρεστο ή αξιόμεμπτο
En estas contradicciones juega Rusia para disimular su propia debilidad.
Η Ρωσία παίζει σε αυτές τις αντιφάσεις για να αποκρύψει τη δική της αδυναμία.
-
Less frequent translations
- καλύπτω
- καμώνομαι
- μεταμφιέζω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "disimular" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "disimular" with translations into Greek
-
κάνω τον χαζό