Translation of "compete" into Greek
αγωνίζομαι, ανταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι are the top translations of "compete" into Greek.
To contend emulously; to seek or strive for the same thing, position, or reward for which another is striving; to contend in rivalry, as for a prize or in business; as, tradesmen compete with one another. [..]
-
αγωνίζομαι
verbI don't like the hype, either but it happens when reporters compete for a story.
Ούτε εμένα μ'αρέσουν οι σάλτσες αλλά συμβαίνει όταν αγωνιζόμαστε για το ρεπορτάζ.
-
ανταγωνίζομαι
verbThe manufacturing industries require reliable and flexible supplies in order to compete in today's markets.
Οι μεταποιητικές βιομηχανίες χρειάζονται υλικά ανθεκτικά και ευέλικτα, προκειμένου να ανταγωνίζονται στις σημερινές αγορές.
-
συναγωνίζομαι
verbRegions must compete for this internationally mobile capital.
Οι περιφέρειες συναγωνίζονται για να προσελκύσουν αυτό το διεθνές κινητό κεφάλαιο.
-
Less frequent translations
- διαγωνίζομαι
- αμιλλώμαι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "compete" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "compete" with translations into Greek
-
ειρηνοδικείο
-
ανταγωνίζομαι · διαγωνίζομαι · συναγωνίζομαι
-
νομοθετική αρμοδιότητα
-
αλληλοσυγκρουόμενος · ανταγωνιστικός · αντιμαχόμενοι, -ες, -α
-
άξιος · έχων τα προσόντα · ανταποκρινόμενος στις ανάγκες · αποδεκτός · αρκετός · αρμόδιος · επαρκής · ικανός · κατάλληλος
-
αρμοδιότητα των κρατών μελών
-
γνώση · επάρκεια · ικανότητα · τεχνογνωσία
-
Ικανότητα · αρμοδιότητα · γνώση · διεύθυνση · επάρκεια · ικανότητα · οικονομική άνεση